Τρίτη, 18 Νοεμβρίου 2014

Το φίλημα (Έπαινος, ποιητικός διαγωνισμός Βραυρώνια 2014)

Ιέρεια τώρα,
που τη λευτέρωσε απ' τη μανία των Αχαιών,
η χάρη της Άρτεμης, η απόφασή της.

Ιέρεια τώρα,
και μες στη ζάλη σαν βυθίστηκε,
τον ίδιο τον Οδυσσέα, της φάνηκε πως είδε.
Τυραννισμένο, δεμένο, αβάσταχτο.
Κι άκουσε τ' απόκοσμο, τ' αφύσικο ουρλιαχτό,
το χρόνο πίσω να διασχίζει,
να βγαίνει πια,
απ' το δικό της το βωμό.

Κι έφτιαξε αυτό οργή και λόγο.
“Τέτοια η μοίρα σου Οδυσσέα!
τη λησμονιά, στο ίδιο σου το σπίτι, νά 'βρεις!”

Ταξίδεψε η λαλιά,
απ' τη Βραυρώνα, μέχρι την άλλη μεριά της θάλασσας,
πέρα, στα βάθη της Ασίας.

Ταράχτηκε εκεί ο Αλέξανδρος.
“Σκληρός ο λόγος σου Ιφιγένεια!
Το βάρος του εγώ ζητώ να μοιραστώ!
Εκείνον, λίγο, ν' απαλλάξω!”

“Δικαίωμα, εσένα βασιλιά ν' αγγίξω,
τέτοιο δεν έχω!
Ένα φιλί μπορείς μόνο να δώσεις.
Ανίερο θα ήταν, άλλο να κάνω κάτι”.

Πλησίασε ο βασιλιάς, τον φίλησε.
Και πρόλαβε κι απάντησε ο Οδυσσέας, δυο μόνο λόγια:
“δε θα δεθείς εσύ, εσύ δε θα γυρίσεις”.
Και χάθηκε, μετά, στις τρομερές κραυγές.

Την άλλη μέρα,
οι αμύητοι, Αλεξανδρινοί,
θυσία μεγάλη οργάνωσαν.
Να τους φυλάξει η Άρτεμη,
από την τύχη του δύσμοιρου Οδυσσέα.
Κι η ανίερη ικεσία τους, τι άλλο;
Tο δρόμο, πίσω τους, γι' αυτούς,
καλά να σημαδέψει.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου